Σάββατο, 20 Ιουλίου 2013

Ημερολόγιο μιας Κύπριας μάνας



Άντρια Γαριβάλδη
Τικ τακ τικ
Απόηχοι καρδιάς γαντζωμένοι στους δείκτες του ρολογιού
στον ξεβαμμένο τοίχο, θάλαμος είκοσι-έξι.
Ναι, Κύπρια είμαι. Με ρωτάς πότε ήρθαμ’ εδώ;
Ένα χρόνο μετά το ‘74. Μη ρωτάς το γιατί,
μας ακολουθούσαν οχτροί.
Είχα πέντε παιδιά, μα όλα μου ‘φυγαν,
εκτός από ένα. Τώρα πια… ολόκληρος άντρας…
Το ένα το ‘χασα μωρό στη γέννα,
το άλλο αγόρι, είκοσι χρονών τότε,
διάβαζε για εξετάσεις, ονειρευόταν να σπουδάσει…
μα πέθανε με την καρδιά του.
Τα δυο κορίτσια μου ούρλιαζαν για μήνες. «Έρχονται, έρχονται…».
Μα ψυχολόγος  κανένας δεν μπόρεσε να τα γιατρέψει.
«Έρχονται, έρχονται…» άκουγα στον ύπνο μου και στον ξύπνιο μου.
Έπεσε σε κατάθλιψη η μια μου η κοπελίτσα, δεκάξι και μισό ήτανε τότε.
Φωνή, χτυποκάρδι, φωνή, βουβαμάρα…
«Έρχονται, έρχονται…» μέχρι που έσβησε σε λίγους μήνες  μέσα στο μαράζι.
Τ’ άλλο κορίτσι μου, δεκαοκτώ, δεν πρόλαβε να μπει στο χειρουργείο,
«έσπασε η χολή», είπαν οι γιατροί
και μες σα χέρια μου ξεψύχησε κείνο το βράδυ.
Μου’ μειν’ αυτό, το τελευταίο αγόρι
μ’ ελπίδα μόνο μια, να τ’ αναθρέψω.
***
Ναι… είχε αδειάσει το χωριό μας
κι ήτανε Αύγουστος με τζίτζικες γεμάτος.
Η θάλασσα γυάλιζε μαρμαρωμένη, αφιλόξενη
στις ρίζες του χωριού μας στον Ποταμό του Κάμπου.
Είχανε φύγει όλοι με αυτοκίνητα, με φορτηγά, και ότι άλλο είδος τροχοφόρου.
Εμείς, πού να πηγαίναμε! Μέσο δεν είχαμε.
Έξω κοκκίνισε η δύση επικίνδυνα.
Και προς το βράδυ του Σαββάτου…
«Έρχονται, έρχονται…» ακούστηκαν κρότοι αλλόκοτοι,
μηχανές που βούιζαν πλησιάζοντας.
Βάλαν φωτιές στη διπλανή γειτονιά. Καπνοί, σκόνη, σύννεφο, νέκρα…
Τα δυο κορίτσια έτρεμαν,
δεν είχα δύναμη να τα κρατήσω στην αγκάλη μου.
Πήραν τους δρόμους κι έτρεχαν,
τρέχαμε κι εμείς ξωπίσω τους με τη ψυχή στο στόμα
αφήνοντας το σπίτι ανοιχτό, και το χωριό στη σκοτεινιά.
Πήραμε τα βουνά, στενά μονοπάτια, πέτρες, αγκάθια,
τα κορίτσια ακόμα τρέχανε… και τρέμανε… «έρχονται, έρχονται…».
Τα δυο αγόρια με συγκρατούσαν κει που έπεφτα,
ο άντρας μου δεν έλεγε κουβέντα.
Τα γόνατά  μας λύγιζαν ανήμπορα, νερό δεν είχαμε στα χείλη.
Όλα πιο πέρα απ’ τις δυνάμεις του κορμιού και του λογικού.
Ρόδιζε η αυγή καθώς φτάσαμε στον Κάμπο της Τσακίστρας.
Κανένας δεν μας γνώριζε εκεί, κανέναν δεν γνωρίζαμε.
Τα κοριτσάκια μου πια δεν  μου μίλησαν ποτέ, μέχρι που τα’ χασα για πάντα.
Τ’ αγόρι το μεγάλο, άτυχο,  κατάρα το συντρόφευε.
Μόνο το πιο μικρό, το δωδεκάχρονο, παρέμεινε κρυμμένο στην ποδιά μου
χωρίς το βλέμμα να σηκώνει προς τον ήλιο, από φόβο μην προδοθεί.
***
Τικ τακ τικ
Το ρολόι χτυπά ακοίμητο. Ο γιατρός μόλις έφυγε.
Ώρα για μεσημεριανό, μα δεν το θέλω τούτο το φαΐ, ανούσιο,
πικρό κι όλο το ίδιο εδώ στην ξενιτιά.
Γιατί ήρθαμε εδώ; Γιατί μείναμε εδώ;
Κοιτάτε τα πόδια μου, δεν με σηκώνουν,
το κορμί μου, πετσί και κόκκαλο.
Πόσο θα περιμένω; Γιατί;
***
Τικ τακ τικ,
το ρολόι χτυπά ξάγρυπνο
μετρώντας τα βήματα στο διάδρομο
τις ατέλειωτες ώρες τις μοναξιάς.
Μου θυμίζουν: «Κυρά Ανθή»
«κουράγιο και θα πας στο σπίτι σου ‘αύριο’».
Κι εγώ λαχταρώ να βγω στο μπαλκόνι
να μυρίσω τον αέρα της λευτεριάς.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...